καρτερός


καρτερός
I
Ονομασία δύο οικισμών.
1. Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 550 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πεδιάδος του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στη βόρεια ακτή του νομού, 7 χλμ. Α της πόλης του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γουβών. Κοντά στον οικισμό βρίσκεται η αρχαία πόλη Αμνισός (βλ. λ.), η οποία αποτελούσε το επίνειο της Κνωσού. Ο οικισμός ονομάστηκε έτσι από τον βυζαντινό στρατηγό Καρτερό (βλ. λ. Καρτερός, παραπάνω, 2.), ο οποίος προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να ελευθερώσει την Κρήτη από τους Σαρακηνούς.
2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 15 μ., 263 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πεδιάδος του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στη βόρεια ακτή του νομού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αλικαρνασσού.
II
Όνομα ιστορικών προσώπων.
1. Ετεροθαλής αδελφός του βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονου Γονατά (3ος αι. π.Χ.). Τοποθετήθηκε στρατιωτικός διοικητής στην Ελλάδα, αλλά αποδείχθηκε ανίκανος, καθώς δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την ίδρυση της Αχαϊκής συμπολιτείας.
2. Βυζαντινός στρατηγός (9ος αι. μ.Χ.). Το 826 αποβιβάστηκε στην Κρήτη, στον όρμο του Αμνισού για να απελευθερώσει το νησί από τους Σαρακηνούς και κατόρθωσε να τους νικήσει. Όμως ο στρατός του –πανηγυρίζοντας το γεγονός– μέθυσε και οι Σαρακηνοί (που είχαν καταφύγει στα ενδότερα) επιτέθηκαν και κατέσφαξαν μεγάλο αριθμό στρατιωτών. Ο Κ. κατόρθωσε να διαφύγει με το πλοίο του, αλλά οι Σαρακηνοί τον καταδίωξαν και, αφού τον συνέλαβαν στην Κω, τον θανάτωσαν. Έκτοτε ο Αμνισός μετονομάστηκε σε Καρτερό.
III
Ποταμός της Κρήτης. Βρίσκεται ΒΑ της Κνωσού, 6 χλμ. Α του Ηρακλείου. Η ονομασία του οφείλεται στον ομώνυμο στρατηγό του Βυζαντίου. Παλαιότερη ονομασία του ήταν Αμνισός.
* * *
καρτερός, -ά, -όν (Α)
1. ισχυρός, δυνατός («εἰ μάλα καρτερός ἐστιν», Ομ. Ιλ.)
2. αυτός που εξουσιάζει κάποιον ή κάτι, ο κυρίαρχος («ὁ δ' Ἀσίης καρτερός», Αρχίλ.)
3. καρτερικός, υπομονετικός («καρτερώτερον δεῑ πρὸς πάντα τὸν ἄρχοντα τῶν ἀρχομένων εἶναι», Ξεν.)
4. επίμονος
5. σταθερός («καρτερὸν ὅρκον», Ομ. Ιλ.)
6. ορισμένος («τοῡτο καρτερὸν εἶναι», επιγρ.)
7. (για τοποθεσία) οχυρός, δυσπόρθητος («ἐπὶ λόφου καρτεροῡ», Θουκ.)
8. φρ. α) «τόλμης δ' εἶμι πρὸς τὸ καρτερόν» — θα φθάσω στο ακρότατο σημείο τής τόλμης (Ευρ.)
β) «κατὰ τὸ καρτερὸν» και «πρὸς τὸ καρτερόν» — καρτερικά, με υπομονή.
επίρρ...
καρτερῶς (Α)
1. με καρτερία, δυνατά, ανθεκτικά
2. σθεναρά, επίμονα
3. τολμηρά, αποφασιστικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κάρτος, τὸ + κατάλ. -ερός (πρβλ. κρυ-ερός, σκοτ-ερός)].

Dictionary of Greek. 2013.